Του Θοδωρή Πελαγίδη
Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς,
Ανώτερου εταίρου στο Brookings Institution, Washington DC
Επιστημονικού Συνεργάτη της ΕΑΣΕ


Ποιος φταίει για την Ελλάδα; Το ερώτημα του τίτλου του βιβλίου ήταν και η πρώτη απορία του κοινού στο London School of Economics, όπου την 1η Μαρτίου 2015 διοργανώθηκε συζήτηση με αφορμή την έκδοσή του. Πραγματικά, η απάντηση που όλοι θα θέλαμε να ξέρουμε δεν είναι ούτε προφανής ούτε απλή. Η πρώτη αντίδρασή μου ήταν ότι στο τάγκο χορεύουν πάντα δύο! Και ότι πρέπει κανείς να ξεχωρίσει τομείς, περιόδους, κυβερνήσεις, ακόμη και στελέχη της ίδιας της τρόικας για να επιχειρήσει να αποδώσει ευθύνες!

Το βιβλίο προσπαθεί να διατυπώσει τις σωστές ερωτήσεις για το ελληνικό πρόβλημα και οι οποίες συμπυκνώνονται στο βασικό ερώτημα του τίτλου του βιβλίου.

Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες και συνήθως οι ευθύνες διαφορετικές και μοιρασμένες. Έχει σημασία όμως έστω και τώρα να κατανοήσουμε το τι έφταιξε. Κάθε φορά, σε κάθε πρόγραμμα, σε κάθε μέτρο, σε κάθε περίσταση.

Το βιβλίο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις αντιδράσεις του πολιτικού συστήματος όταν  πάρθηκαν οι κρίσιμες αποφάσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Οι έρευνες σε ελεύθερα αλλά και κάποια απόρρητα έγγραφα δείχνουν ότι το πολιτικό σύστημα γνώριζε το τι περιμένει τη χώρα και κυρίως το τι αλλαγές έπρεπε να γίνουν για να θωρακιστεί και να προσαρμοστεί η χώρα στο νέο περιβάλλον που τότε ερχόταν. Η έρευνα στη συνέχεια στρέφεται στους πιστωτές, στα κείμενα πριν το 2009 και τα προγράμματα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Οι διαπιστώσεις είναι αποκαλυπτικές. Το μέγεθος των αστοχιών καθοριστικό. Ωστόσο, παρά τα λάθη των προγραμμάτων, οι ευθύνες ζυγίζονται προς την ελληνική πλευρά. Οι μεταρρυθμιστικές αδυναμίες όπως προκύπτουν από την αποκάλυψη ενός απίθανα  αναχρονιστικού κρατικού μηχανισμού και πολιτικού συστήματος αφήνουν ακόμη και την τρόικα άφωνη.

Το βιβλίο στη συνέχεια τα βάζει με τις στερεότυπες αναλύσεις περιγραφής που επικρατούν κατά καιρούς και μετά αφού κάνουν τον κύκλο τους καταρρέουν. Από την αντιμνημονιακό λαϊκισμό στο αλάθητο των πιστωτών. Τα κεφάλαια διαδέχονται το ένα μετά το άλλο σα διήγημα, άλλωστε η κρίση είναι τόσο συναρπαστική σε διαδοχικές εξελίξεις. Θέλω να σταθώ όμως λίγο στο ζήτημα της απόδοσης της λεγόμενης εσωτερικής υποτίμησης και της διαφαινόμενης αδυναμίας των εξαγωγών να ανακάμψουν και να καλύψουν το κενό στην δαπάνη που αφήνουν οι πολιτικές περιστολής. Πρώτα μια κουβέντα για την ίδια την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης. Δεν είναι το ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστεί.

Η περιστολή της δαπάνης είναι μια κατάσταση κι όχι μια επιλογή πολιτικής. Προκύπτει από την διαφορά εγχώριας παραγωγής και δαπάνης της οικονομίας. Και δεν ισχύουν φυσικά οι δημαγωγικές μπαρούφες ότι το κενό καλύπτεται με… μεγαλύτερο κενό μεταξύ αυτών που δαπανάς και αυτών που παράγεις. Γιατί κάποιος πρέπει να σου δώσει τα λεφτά για να συνεχίσεις να ξοδεύεις και η επιθετική φιλανθρωπία των ευρωπαίων που σου δίνουν τα λεφτά είναι για να μην τα ξοδεύεις εκεί που αποδεδειγμένα σε κατέστρεψαν αλλά σε παραγωγικές δραστηριότητες που δημιουργούν πλούτο!

Σε κάθε περίπτωση, η μείωση του κόστους παραγωγής για να γίνεις ανταγωνιστικός είναι αναγκαία, το ζήτημα όμως είναι, δείχνει το βιβλίο, πως μειώνεις το κόστος, αλλά σε ποιους τομείς, με τι ταχύτητες και τι προτεραιότητες;

Η ανάκαμψη των εξαγωγών απαιτούσε και απαιτεί δραστικές μειώσεις στο μη μισθολογικό κόστος που όμως θίγει  την κλεπτοκρατία των Βίκινγκς προσοδοθήρων σε αγορές και πολιτικό σύστημα. Αν αυτό δεν μπορεί να γίνει πρέπει να μειωθούν μόνο οι μισθοί, αφού και το τραπεζικό κόστος είναι απαγορευτικά υψηλό για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις. Τις όποιες επιχειρήσεις έχουν απομείνει. Φόροι, ασφαλιστικές εισφορές, ενέργεια, γραφειοκρατία και διοικητικό κόστος, όλα επιβαρύνουν την παραγωγή η οποία δεν μπορεί να ανακάμψει την χώρα.

Το καθοριστικό χτύπημα είναι, η σαρδανάπαλη, ξεκαρδιστική και μοιραία διακυβέρνηση του 2015 για την οποία ένα μικρό παράρτημα του βιβλίου προλαβαίνει κάτι να πει.

Το πόνημα αυτό είναι το τρίτο μας βιβλίο για την Ελλάδα διεθνώς. Συγκροτεί πια μια διεθνή αναφορά όλη η προσέγγισή μας η οποία ήδη έχει λάβει την αναγνώριση του διεθνούς τύπου και της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας με τις εκατοντάδες αναφορές που συγκεντρώνει. Η ελπίδα είναι ότι θα μπορέσει να επηρεάσει τα κέντρα πολιτικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για ένα καλύτερο μέλλον για τη χώρα.